Πέμπτη, 11 Ιανουαρίου 2018

Ο Deshevov και οι “Σιδηροτροχιές” του

Την παρτιτούρα του “Rails” μπορείτε να κατεβάσετε από εδώ.
Όπως ο Beethoven λάτρευε και εμπνεόταν από τη Φύση, έτσι και και μερικοί συνθέτες των πρώτων δεκαετιών του 20ου αι. θέλγονταν κι εμπνέονταν από τον “πρωτάκουστο” ήχο των μηχανών, τρένων, αυτοκινήτων, εργοστασιακών θορύβων κ.τ.λ. Δημιουργήθηκε τότε το κίνημα του Φουτουρισμού, που αφορούσε στη ζωγραφική, στη γλυπτική, στην ποίηση, στο θέατρο, στην αρχιτεκτονική, στη μουσική ακόμη και στη γαστρονομία. Ιδρυτική πράξη του κινήματος μπορεί να θεωρηθεί το “Μανιφέστο του Φουτουρισμού” (1909) του Ιταλού ποιητή, εκδότη και κριτικού Τέχνης Filippo Tommaso Emilio Marinetti. Ο Ιταλός επίσης, συνθέτης και μουσικολόγος, Francesco Balilla Pratella συνδέθηκε με το κίνημα το 1910 και έγραψε την ίδια χρονιά το “Μανιφέστο για Φουτουριστές Μουσικούς”, το “Τεχνικό Μανιφέστο της Φουτουριστικής Μουσικής” (1911) και την “Καταστροφή του Τετραγωνισμού / Distruzione della quadratura” (1912).

Ο Marinetti γράφει για το Φουτουρισμό:
“O Φουτουρισμός βασίζεται στην πλήρη ανανέωση της ανθρώπινης ευαισθησίας, που προκαλείται από τις μεγάλες επιστημονικές ανακαλύψεις. Oι άνθρωποι που χρησιμοποιούν τον τηλέγραφο, το τηλέφωνο, το φωνόγραφο, το ποδήλατο, τη μοτοσικλέτα, το αυτοκίνητο, το υπερωκεάνιο, το πηδαλιοχούμενο, το αεροπλάνο, τον κινηματογράφο, τη μεγάλη εφημερίδα δεν έχουν ανακαλύψει ακόμη πως αυτά τα μέσα επικοινωνίας, μεταφοράς και πληροφόρησης ασκούν αποφασιστική επίδραση στην ψυχή τους”.

Τα βασικά σημεία της μουσικής φουτουριστικής “επανάστασης” του Marinetti είναι:
• οι νέοι να αποφεύγουν τα ωδεία και να σπουδάζουν ανεξάρτητα
• ίδρυση ενός μουσικού περιοδικού ανεξάρτητου από την ακαδημαϊκή κοινότητα και τους κριτικούς
• αποχή από όλους τους μουσικούς διαγωνισμούς που δεν είναι απολύτως ανοικτοί
• απελευθέρωση από το παρελθόν και από την “καλά φτιαγμένη” μουσική
• τέλος στη δεσποτεία των τραγουδιστών, είναι ίσοι με τους άλλους μουσικούς της ορχήστρας
• οι συνθέτες όπερας πρέπει να συνθέτουν τα δικά τους λιμπρέτι σε ελεύθερο στίχο
• να δοθεί τέλος στις παραδοσιακές φόρμες της μπαλάντας, των ναπολιτάνικων τραγουδιών που προκαλούν ναυτία και της θρησκευτικής μουσικής
• να προτιμώνται νέα έργα να παίζονται παρά τα παλιά

Το 1913 η “Τέχνη των Θορύβων” του Ιταλού ζωγράφου και αυτοδίδακτου μουσικού Luigi Russolo, μέλλει να γίνει ένα από τα πιο σημαντικά κείμενα για τη μουσική αισθητική του 20ου αι. Μαζί με τον αδελφό του Antonio κατασκευάζουν μουσικά όργανα / γεννήτριες θορύβου που ονομάζουν “intonarumori”.

Η “Τέχνη των Θορύβων” κατατάσσει τους θορύβους σε έξι κατηγορίες:
1) Βρυχηθμοί, κεραυνοί, εκρήξεις, συριστικοί βρυχηθμοί, πάταγοι, κρότοι
2) συρίγματα, αναστεναγμοί, συριγμοί
3) ψίθυροι, μουρμούρες, ψελλίσματα, κελαρύσματα
4) στριγγλιές, τριξίματα, θροΐσματα, βόμβοι, τριψίματα
5) ήχοι που προκαλούνται κτυπώντας μέταλλα, ξύλα, δέρματα, πέτρες, κεραμικά
6) Φωνές ανθρώπων και ζώων, κραυγές, στριγγλιές, θρήνοι, γιουχαΐσματα, αποδοκιμασίες, ουρλιαχτά, επιθανάτιοι ρόγχοι, αναφιλητά, λυγμοί

Σχεδόν παράλληλα κι επηρεασμένος από τις ιδέες του Marinetti, γενιέται ο Ρωσικός Φουτουρισμός από τη λογοτεχνική ομάδα Hylaea. Οι David Burlyuk, Vasily Kamensky, Velimir Khlebnikov, Aleksey Kruchenykh και Vladimir Mayakovsky εκδίδουν το 1911 το μανιφέστο “Ένα Χαστούκι στα Μούτρα του Κοινού Γούστου / Пощёчина общественному вкусу”. Οι ιδέες του Ρωσικού Φουτουριστικού κινήματος αγκαλιάζουν ποίηση, λογοτεχνία, θέατρο, κινηματογράφο, μουσική και τυπογραφία. Αντιπροσωπευτικοί συνθέτες του Ρωσικού Φουτουριστικού Κινήματος οι:  Arthur-Vincent Lourié, Mikhail Gnesin, Alexander Goedicke, Geog Kirkor, Julian Krein, Alexander Mosolov και Vladimir Deshevov.

Τρία μουσικά “μηχανιστικά / φουτουριστικά” έργα αυτής της περιόδου ξεχωρίζουν κατά τη γνώμη μου: το “Pacific 231” (1923) για ορχήστρα του  Arthur Honegger, που αγαπούσε τα τρένα όπως άλλοι αγαπούν τις γυναίκες ή τα άλογα (δική του έκφραση), το “Iron Foundry / Zavod: muzyka mashin, op.19 (1926-27) / Χυτήριο Σιδήρου” για ορχήστρα του Alexander Vasilyevich Mosolov και το “Rails”, op.16 (1926) (Σιδηροτροχιές) για πιάνο του Vladimir Deshevov.

Ο Deshevov σπούδασε πιάνο με τον Leonid Nikolayev και τον Alexander Winkler, σύνθεση με τον Vasily Pavlovich Kalafati, τον Anatoly Konstantinovich Lyadov, ton Maximilian Osseyevich Steinberg και τον Jāzeps Vītols στο Ωδείο της Αγ. Πετρούπολης από το 1908 ως το 1914. Υπηρέτησε στο στρατό κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και αμέσως μετά, από το 1917 ως το 1919, ανέλαβε καθήκοντα γραμματέα στη “Μουσική Κομητεία της Εθνικής εκπαίδευσης” στο Yelizavetgrad. Από το 1920 μέχρι το 1921 ήταν διευθυντής του μουσικού παραρτήματος της Σεβαστούπολης, όπου και ίδρυσε ένα ωδείο που διηύθυνε για ένα χρόνο. Για δέκα χρόνια δίδαξε σε μουσικά κολέγια του Λένινγκραντ μέχρι να γίνει γνωστός σαν συνθέτης και διευθυντής ορχήστρας θεάτρου. Την περίοδο 1941-44, κατά τον αποκλεισμό του Λένινγραντ δούλεψε και στο ραδιόφωνο.

Τη δεκαετία του ’20 εθεωρείτο ένας από τους πλέον υποσχόμενους νέους συνθέτες της ΕΣΣΔ. Τα έργα του αυτής της περιόδου είναι από πανδιατονικά στο ύφος του Honegger και του Prokofiev, μέχρι έντονα χρωματικά και μηχανιστικά σαν το πιανιστικό του έργο “Rails”. Ο Darius Milhaud τον γνώρισε στο Λένινγκραντ, και κατά την επιστροφή του στο Παρίσι έγραψε στις Γαλλικές εφημερίδες ότι πρόκειται για μια μουσική ιδιοφυΐα και ένα εξαιρετικά πρωτότυπο συνθέτη. Δεν απέδωσαν πάντως οι προσπάθειές του να τον κάνει γνωστό στην Ευρώπη. Το 1929 συνέθεσε το πιο γνωστό έργο του, “Πάγος και Ατσάλι”. Ιδεολογικές διαφορές με το καθεστώς (σοσιαλιστικός ρεαλισμός μετά το 1932) δεν επέτρεψαν την συνέχιση της καριέρας του, παρόλο που μετρίασε το αβαγκαρντίστικο ύφος της μουσικής του. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου δόθηκε μια κάποια προσοχή στη μουσική του (μπαλέτα σε κλασικό ύφος, πατριωτικοί ύμνοι), αλλά τελικά και πάλι ξεχάστηκε και ίσως το μόνο που τον θυμίζει σήμερα είναι το “Rails” από τη μουσική που έγραψε το 1926, για το θεατρικό έργο πάνω στην ομώνυμη νουβέλα του Pierre Hamp.

Τεχνικά Αντιγραφικά
Το “Rails” είναι το πρώτο έργο μέτριας δυσκολίας που αντιγράφω στο Dorico, έκδ. 1.2.0. Παρόλο που το work flow δεν είναι ακόμη ταχύ και ρέον όπως στο Sibelius, η εμπειρία μου είναι πολύ θετική. Εκείνο που μου έκανε εντύπωση είναι η σχεδόν μηδενική μου παρέμβαση στις default ρυθμίσεις του προγράμματος, πέραν από την αλλαγή σε italics των expressions, σε αντίθεση με το Sibelius, για να μην αναφέρω το Finale, που έχω αλλάξει κοπιωδώς ακόμη και την γραμματοσειρά (Norflock αντί Opus ή Helsinki). Ακόμη και τα εξώφυλλα έγιναν με το Dorico, με την δυνατότητα που δίνουν τα για πρώτη φορά εισαγόμενα flows σε πρόγραμμα μουσικής σημειογραφίας (όπως ακριβώς στο Quark και το InDesign). Αν αυτός ο Daniel Spreadbury του Dorico οργανώσει θρησκευτική σέκτα ή πολιτικό κόμμα θα είμαι από τα πρώτα μέλη :)

Περί Copyright
Όπως αναφέρει το ISMLP το “Rails” είναι ελεύθερο copyright στο Καναδά, αλλά στην Ευρώπη όχι· εντούτοις σε αφήνει να κατεβάσεις την παρτιτούρα με δική σου ευθύνη. Στο YouTube υπάρχει επίσης βίντεο με εκτέλεση και παρτιτούρα. Δεν έχω σκοπό, ούτε όφελος οικονομικό ή άλλο τι, από την ανάρτηση αυτής της παρτιτούρας (η οποία, με παντελή έλλειψη μετριοφροσύνης θα πω, ότι δεν συγκρίνεται ποιοτικά με αυτήν του ISMLP…), την αναρτώ από αγάπη σ’ αυτή τη μουσική και με σκοπό να την γνωρίσουν και να την παίξουν κι άλλοι.

Να κι ένα δικό μου τρένο (πάντως, αγαπώ περισσότερο τις γυναίκες από τα τρένα):

Δευτέρα, 8 Ιανουαρίου 2018

Lilypond, η Λίμνη των Κρίνων

Πέρασαν σχεδόν είκοσι πέντε χρόνια από τότε που πάλευα να γράψω νότες με το Notator SL (που έγινε Logic, μας πούλησε η Emagic και το πούλησε  στην Apple), το Score Perfect (πέθανε νεότατος ο δημιουργός του Klaus Kleinbrahm, στα 53 του), το Encore (που έχει πια βρυκολακιάσει) και το Music Prose (που έγινε Finale), και τριάντα πέντε χρόνια από τότε που έγραψα μια μελωδιούλα στον Spectrum ZX. Έκτοτε τα προγράμματα μουσικής σημειογραφίας (ΠΜΣ) έχουν κάνει μεγάλα προς τα μπρος βήματα, όχι όμως άλματα· το μετέωρο βήμα του Dorico ίσως γίνει άλμα κάποια στιγμή, μένει να το δούμε …

Το ειδύλλιο με τον κώδικα ξεκίνησε με το LaTex και ο καινούριος χρόνος με βρήκε να μιμούμαι τον Mr. Robot και να προσπαθώ να γράψω ένα ντο ολόκληρο στη σφηνοειδή γραφή της Λίμνης με τα (ακανθώδη) Κρίνα. Η εμμονική και πεισματάρικη φύση του ζωδίου μου, με βοήθησαν να ξεπεράσω τις αρχικές - φαινομενικά ανυπέρβλητες -  δυσκολίες του προγράμματος και σε σύντομο σχετικά διάστημα να αντιγράψω το Solfeggietto του CPE Bach. Το Lilypond δεν έχει GUI (γραφικό περιβάλλον), τον κώδικα / παρτιτούρα τον γράφει κανείς σε ένα απλό text file (plain text). Δεν είναι γλώσσα προγραμματισμού, αλλά markup language, “προσημασμένη γλώσσα” όπως και το LaTex. Όταν γράφεις νότες δεν τις βλέπεις, χρειάζεται compiling, όπως λεν οι ειδικοί, για να εμφανιστεί η παρτιτούρα σε ένα PDF. Υπάρχουν και κάποιοι editors που κάνουν τη δουλειά πιο εύκολη (Frescobaldi), θυμίζουν κάπως περιβάλλον Sibelius δηλαδή, αλλά αυτοί έχουν άλλα προβλήματα.

Να ένα δείγμα τις δουλειάς των διακοπών (προσέξτε την πολυμετρία, ποιο άλλο πρόγραμμα το κάνει αυτό χωρίς διάφορα τρικ;):

Να κι ένα τμήμα του κώδικα:

Γιατί όλη αυτή η φασαρία σε μια μικρή και δύσκολη ζωή, θα αναρωτηθεί κανείς. Παραθέτω τα υπέρ και τα κατά σε ένα κατάλογο, έτσι όπως τα έζησα αυτές τις λίγες μέρες που ασχολούμαι με το πρόγραμμα:

ΥΠΕΡ
• Είναι δωρεάν (άδεια χρήσης GNU), τέρμα τα σπασμένα που λείπει κάποιο .dll και οι αγενείς και αδηφάγες εταιρείες (βλέπε AVID).
• Είναι αποτέλεσμα κάποιου / κάποιων που αγαπούν πολύ αυτό που κάνουν και μοιράζονται το προϊόν της εργασίας τους και την αγάπη τους με τους άλλους.
• Ο κώδικας είναι ανοικτός, αν ξέρει κάποιος προγραμματισμό μπορεί να τον συμπληρώσει / διορθώσει / βελτιώσει.
• Όμορφες παρτιτούρες, οι πιο άρτιες αισθητικά, αν τις συγκρίνουμε με αυτές που παράγουν τα άλλα ΠΜΣ. Εν πολλοίς οφείλεται στη γραμματοσειρά FETA που είναι και κομψή και πιο ανθρώπινη (sic) από την Maestro (πιο κρύα κι από υγρό άζωτο), την Opus και τις άλλες.
• Άπαξ και μάθεις τον κώδικα δεν ασχολείσαι τόσο με το formatting όσο με το περιεχόμενο της σύνθεσης.
• Θεωρητικά άπειρες δυνατότητες σημειογραφίας, ούτε στο ελάχιστο δεν πλησιάζουν τα άλλα ΠΜΣ. Αν φανταστείς κάτι μπορείς να το κάνεις.
• Απόλυτος έλεγχος του υλικού, χειρίζεσαι αριθμούς και οι αριθμοί, εκτός κι αν τους χειρίζονται πολιτικοί, φέρνουν πάντα ευτυχία.
• Δέχεται αρχεία MusicXML και τα μετατρέπει σε Lilypond. Αυτό διευκολύνει πολύ την κοπιώδη εργασία του να περάσεις χοντρικά τις νότες. Παλιότερες εκδόσεις του musescore εξήγαγαν σε αρχεία .ly (Lilypont), δυστυχώς όχι η τελευταία έκδοση.
• Τα help files είναι πληρέστατα, τα snippets βοηθητικότατα και η κοινότητα χρηστών εξυπηρετικότατη.

ΚΑΤΑ
• Κώδικας, αυτή η λέξη για κάποιους είναι από μόνη της αποτρεπτική.
• Δεν βλέπεις τις νότες όταν τις γράφεις.
• Δεν ακούς τις νότες όταν τι γράφεις. Εξάγει σε MIDI file, δεν μπορεί όμως να συγκριθεί κάτι τέτοιο, με το επίπεδο παιξίματος του Sibelius για παράδειγμα.
• Άνθρωποι είμαστε, λάθη κάνουμε κι εδώ τα λάθη δεν συγχωρούνται. Ένα κόμμα να λείπει, compilation δεν γίνεται κι αν η παρτιτούρα είναι μεγάλη, ψάχνεις ψύλλο στ΄ άχυρα. Θα βοηθούσαν προγράμματα όπως το texmaker και το BBedit στο debugging, δυστυχώς όμως μόνο το TeXShop είναι συμβατό με το Lilypond και το TeXShop δεν είναι και το καλύτερο. Αν εκδώσει εκτελέσιμο (dmg) το Frescobaldi θα είναι μια λύση.
• Δύσκολα ένα γέρικο άλογο μαθαίνει νέα κόλπα.

Δίνω τώρα τα τέσσερα πρώτα μέτρα από το Sofeggietto σε Finale, Sibelius, musescore, Dorico και Lilypond για σύγκριση. Δεν έχω “πειράξει” τις παρτιτούρες, ό,τι δίνει το default template του κάθε προγράμματος:





Κάντε κλικ στις εικόνες για μεγέθυνση